Η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων αποτελεί πλέον μονόδρομο για την <<πράσινη>> ανάπτυξη και την βιωσιμότητα των πόλεων.
Ο όρος Net metering αναφέρεται στον συμψηφισμό της παραγόμενης με την καταναλισκόμενη ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (φωτοβολταϊκά συνήθως) και εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως η Κύπρος, η Ιταλία, η Γερμανία, η Δανία και η Ελλάδα. Ο όρος «net» προκύπτει από το ότι η χρέωση/πίστωση του καταναλωτή αφορά στην καθαρή διαφορά μεταξύ καταναλισκόμενης και παραγόμενης ενέργειας.
Το Net metering επιτρέπει στον καταναλωτή-παραγωγό να καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της ενέργειας που καταναλώνει, ενώ παράλληλα έχει την δυνατότητα να «αποθηκεύει» έμμεσα ένα σημαντικό ποσοστό της πράσινης ενέργειας που παράγει για ορισμένο χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση που υπάρχει περίσσεια ενέργειας, αυτή δεν χάνεται, αλλά συμψηφίζεται για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο στην Ελλάδα ανέρχεται στους 12 μήνες.
Πιο συγκεκριμένα, στα πλαίσια του Net metering εγκαθίσταται φωτοβολταϊκό πάνελ το οποίο συνδέεται με έναν αντιστροφέα τάσης (inverter), ο οποίος με την σειρά του συνδέεται με δύο μετρητές (ο ένας μετράει την παραγόμενη ενέργεια και ο άλλος την ενέργεια που καταναλώνεται από το οίκημα και το ποσοστό που διοχετεύεται στο δίκτυο της ΔΕΗ). Τα φωτοβολταϊκά επιτρέπεται να εγκατασταθούν σε στέγη, δώμα, πέργολα, έδαφος ή επί άλλων κατασκευών (αποθήκη, οικίσκος γεώτρησης κ.α.). Δικαίωμα ένταξης στο πρόγραμμα έχουν φυσικά πρόσωπα (επιτηδευματίες ή μη) ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου τα οποία είτε έχουν στην κυριότητά τους τον χώρο στον οποίο εγκαθίσταται το φωτοβολταϊκό σύστημα είτε έχουν τη νόμιμη χρήση αυτού (π.χ. μέσω μίσθωσης, δωρεάν παραχώρησης κλπ.) και έχουν διασφαλίσει την έγγραφη συναίνεση του ιδιοκτήτη του χώρου. Η σύμβαση συμψηφισμού μπορεί να υπογραφεί είτε με τον ιδιοκτήτη του χώρου είτε με αυτόν που έχει τη νόμιμη χρήση.
Τα πλεονεκτήματα που παρέχει η αυτοπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά είναι αρκετά. Ένα από τα βασικότερα οφέλη είναι ότι ο καταναλωτής – παραγωγός διαπιστώνει σημαντική μείωση του λογαριασμού του ρεύματος τού καθώς εξασφαλίζει χαμηλή, αλλά και σταθερή τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για 25 έτη, ανεξάρτητα από τυχόν μελλοντικές αυξήσεις. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα τροφοδοσίας ενέργειας ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές. Μάλιστα, με την παράλληλη χρήση συστημάτων θέρμανσης – ψύξης, όπως παραδείγματος χάριν με την χρήση αντλίας θερμότητας και κλιματιστικών σε συνδυασμό με το υπάρχον φωτοβολταϊκό σύστημα ο καταναλωτής – παραγωγός απαλλάσσεται για πάντα από το κόστος της ενέργειας που απαιτείται για την θέρμανση ή την ψύξη του νοικοκυριού του. Τέλος, αποτελεί μια επένδυση η οποία αποσβένεται σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθιστώντας το ιδανική λύση για τα σύγχρονα νοικοκυριά.
